Αναζητώ, αναζητώ, αναζητώ, από τότε που θυμάμαι και ελπίζω να συνεχίσω έτσι μέχρι να πεθάνω.
triantageo@gmail.com

Προβολή πλήρους προφίλ.

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Συλλογική αφασία και ο ρόλος των ΜΜΕ


(Το δημοσίευσα για πρώτη φορά στις 10-9-2007) 

Σήμερα πολλοί πολιτικοί, συνδικαλιστές κ.α., διατείνονται ότι οι πολίτες αδιαφορούν. «Τι να κάνουμε; Εμείς προσπαθούμε συνεχώς, αλλά οι πολίτες δεν ανταποκρίνονται», είναι η πιο συνηθισμένη απάντησή τους, όταν τίθεται σχετικό ερώτημα.  Και ωσάν μεσσίας ο κάθε ευφάνταστος πολιτικός, συνδικαλιστής κλπ, που θεωρεί εαυτόν κάτι σαν «πεφωτισμένη αυθεντία» θεωρεί χρέος του να σώσει τον κόσμο όλο, ενώ στην ουσία δεν μπορεί να σώσει ούτε τον εαυτό του!

Η κατεστημένη-συντηρητική λοιπόν πρακτική, με την κατακόρυφη-πυραμιδωτή  δομή της (στην κορυφή ο ισχυρότερος, πιο κάτω οι λιγότεροι ισχυροί και στον πάτο ο λαός, οι εργαζόμενοι κλπ), φυσικά και ευνοεί την ενίσχυση της παραπάνω εκδοχής, διότι έτσι:

-Ο πολιτικός, συνδικαλιστής «αυθεντία» δεν νοείται να ελέγχεται επί της ουσίας από τον «αδαή» λαό (ή τους «ανήξερους» εργαζόμενους), ο οποίος έχει βέβαια την υποχρέωση να προσέρχεται στις εκλογές για να επιλέξει για κάτι αόριστο-θολό-αδιευκρίνιστο,  που κατά την παραπάνω αντίληψη δεν είναι άξιος να κρίνει.
-Επομένως τι και πως θα κρίνει; Εφόσον λοιπόν ο πολίτης, σύμφωνα με το «αξίωμα της αυθεντίας» είναι «ανάξιος» να κρίνει πολιτικές τι απομένει; Μα φυσικά τα μεμονωμένα πρόσωπα! Και πως μπορεί να γίνει αυτό; Μα φυσικά με τα ΜΜΕ (όπως γίνεται σήμερα με τα τηλεπαράθυρα), ή με έντεχνη παρα-πληροφόρηση (φήμες, παρασκήνιο κλπ).
-Το επικοινωνιακό λοιπόν σκηνικό είναι πρόθυμο να προσφέρει την αμέριστη (με τα ανάλογα ανταλλάγματα βεβαίως) υποστήριξή του στην προβολή των μεμονωμένων και ουσιαστικά αποκομμένων προσώπων (εγκλωβισμένων στη ματαιοδοξία τους).

Η κάθε πλευρά έτσι καταφέρνει να αποκομίσει αυτό που επιδιώκει:

-Οι συγκεκριμένοι Πολιτικοί, συνδικαλιστές να καλύψουν ουσιαστικά την  ανεπάρκειά τους και σ’ αυτό το θολό τοπίο επομένως να επιβάλλουν την δήθεν αυθεντία τους, διασφαλίζοντας έτσι τη διαιώνιση της ατομικής (και μόνο) κυριαρχίας τους

-Τα ΜΜΕ, και γενικότερα η σκοτεινή διακίνηση της πληροφορίας, δημιουργώντας μια εικονική πραγματικότητα, καλλιεργούν και αναδεικνύουν συστηματικά τα ατομικά πάθη έναντι της συλλογικής συνείδησης. Παράλληλα καθιστούν βαθμιαία τους πολίτες, εργαζόμενους παθητικούς δέκτες μιας ισοπέδωσης, που μόνο νόημα δίνει η προσωπική επιθυμία, το Υπερεγώ και η εξασφάλιση του ατομικού συμφέροντος. Με αυτόν τον τρόπο και έχοντας σε ομηρία τα μεμονωμένα αδύναμα πολιτικά πρόσωπα, εξασφαλίζει αθόρυβα τα συμφέροντα των ισχυρών έναντι του λαού και των εργαζομένων.

Έτσι οι πολίτες  βομβαρδίζονται από ασύνδετες-αποσπασματικές πληροφορίες, καθιστώντας δύσκολο (αν όχι αδύνατο σε συνδυασμό με την ελλειμματική παιδεία) να έχουν μια ξεκάθαρη εικόνα της συνολικής πραγματικότητας και άρα οποιουδήποτε νοήματος με αποτέλεσμα να «εθίζονται» στα μεμονωμένα και αποσπασματικά γεγονότα, που οδηγούν στιγμιαία σε διέγερση και όξυνση των παθών, διαχρονικά όμως σε μεγαλύτερη κάθε φορά παθητικότητα και επομένως αδιαφορία. Έτσι ο λαός, οι εργαζόμενοι,  σαν το ραγιά πριν 200 χρόνια,  κρατούνται δέσμιοι στον ύπνο του δικαίου  από τους διάφορους τυχοδιώκτες (άρχοντες, προύχοντες, πολιτικάντηδες,  και κατέχοντες) οι οποίοι γλεντούν εις βάρος του.

Αντιθέτως στην προοδευτική προσέγγιση η «αυθεντία» έχει καταρρεύσει προ πολλού. Το αξίωμα της «αυθεντίας» εκτοπίζεται ανεπιστρεπτί από την ολική-σφαιρική προσέγγιση και από την αμοιβαία σχέση και αλληλεπίδραση του όλου με του μέρους και του μέρους με το όλον. Με αυτό τον τρόπο αποκαθίστανται η πραγματική αξία του κάθε πολίτη και πολιτικού αλλά και η αμφίδρομη σχέση με το σύνολο.

Έτσι το κάθε άτομο έχει την οντότητά του, την αξία του, που πηγάζει από το σύνολο  και το σύνολο έχει πραγματική σημασία μέσα στη κάθε οντότητα. Η οριζόντια αυτή δομή (κανένας δεν είναι πιο ισχυρός από τον άλλο, αλλά ο καθένας έχει την αξία του εντασσόμενος στο συνολικό πλαίσιο) ουσιαστικά οδηγεί σε ένα άλλο μοντέλο της παγκόσμιας κοινωνίας. Αυτό του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης απέναντι στον άκρατο ανταγωνισμό.

Το μοντέλο αυτό οδηγεί όχι στην απλή ένωση δυνάμεων αλλά στον πολλαπλασιασμό δυνατοτήτων και την ανθρώπινη αντίληψη σε άλλο σύστημα αναφοράς, ανατρέποντας τις ισχύουσες συμβάσεις.  Η αμοιβαία και ισότιμη λοιπόν αλληλεπίδραση οδηγεί στην εδραίωση συλλογικής συνείδησης (απέναντι στα ατομικά-εγωιστικά πάθη και στη συλλογική αφασία που αυτά οδηγούν) δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική ανέλιξη και πρόοδο των λαών, των κοινωνιών, των ανθρώπων.

Έτσι η «πεποίθηση» ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εξελιχθεί χωρίς ανταγωνισμό αποδεικνύεται ως τεχνητή ψευδαίσθηση του υφιστάμενου πλαισίου της Αγοράς και της κατεστημένης ιδεολογίας που τη στηρίζει. Εξάλλου τα θεμέλια αυτής της ριζοσπαστικής αντίληψης τα έθεσαν εδώ και 2500 χρόνια οι μεγάλοι μας φιλόσοφοι,  ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης αλλά και πολλοί άλλοι μέχρι την πρόσφατη Ευρωπαϊκή διανόηση. 

Για παράδειγμα, στην πρώτη εκδοχή το περιβάλλον λαμβάνεται ως κάτι συμπληρωματικό του ανθρώπου, δηλ. αναλώσιμο (εάν το επιβάλλει ο ανταγωνισμός=εγωισμός το αφανίζουμε ή το ρυπαίνουμε χωρίς να μας ενδιαφέρουν οι τυχόν επιπτώσεις), διότι αυτό που ενδιαφέρει είναι η φαινομενική ατομική ευημερία, επομένως τα κέρδη δηλ. η Αγορά και οι κανόνες της καθορίζουν τα πάντα.

Σε αντιδιαστολή, η προοδευτική προσέγγιση θεωρεί το περιβάλλον αναπόσπαστο στοιχείο του όλου. Το πρόσκαιρο κέρδος (της άλλης προσέγγισης) δεν έχει καθοριστική σημασία σ’ αυτό το μοντέλο μιας και αναδεικνύεται μια άλλη αξία, αυτή του συνόλου και επομένως και του περιβάλλοντος, ως μέρους του όλου.  Η υπεραξία του όλου υποσκελίζει το ατομικό κέρδος αποκαλύπτοντας άλλων διαστάσεων οφέλη που σήμερα ούτε καν τα διανοούμαστε. Έτσι η αρμονική ένταξη του περιβάλλοντος στο όλον,  έχει ως αποτέλεσμα την αξιοποίησή του με σκοπό τη συνεχή βελτίωση και αναβάθμισή του, γιατί αποτελεί κύριο παράμετρο για την επιβίωση και εξέλιξη μιας ανθρώπινης κοινωνίας (και όχι την συνεχή υποβάθμισή του όπως συμβαίνει στη συντηρητική-κατεστημένη προσέγγιση).

Η μετάβαση λοιπόν από το ατομικό-αποσπασματικό-εγωιστικό συμφέρον, στη  συλλογική συνείδηση αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της παγκόσμιας ζητούμενης σήμερα ανατροπής, σε όλα τα επίπεδα.

Στη χώρα μας, μέχρι σήμερα, δεν έχουμε καταφέρει  να καλλιεργήσουμε και να εμπεδώσουμε την ουσιαστική συλλογικότητα και όχι την τυπική ένωση μεμονωμένων ατόμων, που υποκριτικά μόνο αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Σίγουρα η Παιδεία, κυρίως με την ευρύτερη έννοια και όχι αυτή της συγκέντρωσης ανερμάτιστων γνώσεων  μπορεί να διαδραματίσει ριζοσπαστικό ρόλο σ’ αυτή την ανατροπή.

Προϋπόθεση όμως όλων είναι η ρητή πολιτική βούληση και κυρίως η Πράξη (γιατί παραμύθια έχουμε ακούσει πολλά), η οποία μπορεί να προέλθει μόνο από προοδευτική-ριζοσπαστική-κοινωνική προσέγγιση και όχι από συντηρητικές-ατομικιστικές-νεοφιλελεύθερες. Πολιτική βούληση και Πράξη μέσα από ένα Νέο Κίνημα που θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει το σύνολο των Λαϊκών Δυνάμεων, διότι ο αγώνας του θα είναι να αποδοθεί η εξουσία (για πρώτη φορά στην Νεώτερη Ελληνική Ιστορία) εκεί που πραγματικά ανήκει: στον Λαό!!! 


    

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Οδηγίες χειραγώγησης Λαού για εφαρμογή σκληρής λιτότητας



Το 1996, ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) δημοσιεύει στο 13ο τεύχος του επίσημου περιοδικού του, CAHIERS DE POLITIQUE ÉCONOMIQUE (στα Γαλλικά), ένα άρθρο του Κρίστιαν Μόρισον με τίτλο «Οι δυνατότητες πραγματοποίησης των διαρθρωτικών αναπροσαρμογών» (στα Αγγλικά). Πρόκειται ουσιαστικά, όπως αναφέρεται εξάλλου, για την έκθεση του Κέντρου Ανάπτυξης του ΟΟΣΑ με θέμα τα προβλήματα και τους τρόπους πολιτικής χειραγώγησης των πληθυσμών ώστε να μπορέσει μια κυβέρνηση να περάσει τα αυστηρά μέτρα λιτότητας και τις διαρθρωτικές αλλαγές, που επέβαλε κατά τη δεκαετία του 1980 η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού σε μια σειρά από «αναπτυσσόμενες» χώρες και χώρες του Τρίτου Κόσμου. Όπως θα διαπιστώσετε, πέρα από το ότι ο κυνισμός των νέων Μακιαβέλι συναγωνίζεται την επιστημοσύνη τους, αυτά που ζούμε σήμερα εδώ δεν προέκυψαν στην τύχη. Κι αν το γνωρίζουμε ήδη, οπωσδήποτε έχει άλλη βαρύτητα να το ακούμε, απερίφραστα ομολογημένο, από τα πλέον αρμόδια στόματα.

Ακολουθεί το άρθρο του Κρίστιαν Μόρισον που διάβαζαν οι εθνικοί πολιτικοί star μας.

«Οι πολιτικές οικονομικής σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αλλαγών μπορεί να προκαλέσουν κοινωνικές ταραχές, ακόμα και να θέσουν σε κίνδυνο την ομαλότητα των χωρών. Στο παρόν Τετράδιο οικονομικής πολιτικής αναλύονται οι πολιτικές συνέπειες αυτών των προγραμμάτων. Όπως προέκυψε από τη συστηματική μελέτη πέντε χωρών και δυο σημαντικών αντιπροσωπευτικών δειγμάτων στη λατινική Αμερική και την Αφρική, το πολιτικό κόστος σε απεργίες, διαδηλώσεις και εξεγέρσεις διαφέρει ανάλογα με τα μέτρα που ελήφθησαν. Πράγματι, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η επείγουσα κατάσταση που δημιουργήθηκε από τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες, κρίθηκε ότι μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί με την αποκατάσταση των μακρο-οικονομικών ισορροπιών. Έτσι, οι διαρθρωτικές αναπροσαρμογές περιορίστηκαν σ’ ένα πρόγραμμα σταθερότητας με μοναδικό κριτήριο την ταχύτερη δυνατή μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Πολύ  σύντομα όμως συνειδητοποιήσαμε πως η σταθεροποίηση δεν είναι αυτοσκοπός. […]

Πράγματι, όπου τέθηκε θέμα διαρθρωτικών αλλαγών, οι διεθνείς οργανισμοί [ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, κ.λπ.] απαίτησαν δραστική μείωση των βασικών δημόσιων δαπανών. Αυτό έκανε αντιδημοφιλείς τις κυβερνήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση ταραχών, κατέφυγαν στην καταστολή πολλαπλασιάζοντας το πολιτικό κόστος. […]
Η εφαρμογή προγραμμάτων διαρθρωτικών αλλαγών σε δεκάδες χώρες κατά τη δεκαετία του 1980 έδειξε, ότι είχαμε παραμελήσει την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Πιεζόμενες από απεργίες, διαδηλώσεις, ακόμα κι εξεγέρσεις, πολλές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να διακόψουν ή να περικόψουν σημαντικά τα προγράμματα αυτά. Έτσι αναγκαστήκαμε να αναγνωρίσουμε, ότι η οικονομική επιτυχία της διαρθρωτικής αναπροσαρμογής εξαρτάται από τη δυνατότητα πολιτικής πραγματοποίησής της. […]

[2] Ως εργαλείο, το κράτος χρησιμοποιεί την καταστολή
Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι, σύμφωνα με στατιστικές που στηρίζονται στη μελέτη δεκάδων χωρών επί μια δεκαετία, το πολιτικό κόστος διαφοροποιείται ανάλογα με τα μέτρα. Πρόκεται για ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα, διότι σημαίνει πως μπορεί μέσα από τη μελέτη των μέτρων και των αντιδράσεων να εκπονηθεί ένα βέλτιστο πολιτικό πρόγραμμα, δηλαδή ένα πρόγραμμα που θα ελαχιστοποιεί τους κινδύνους. […]

Τα μέτρα που προκαλούν τις περισσότερες διαδηλώσεις, είναι εκείνα που πλήττουν ολόκληρο τον πληθυσμό και έχουν σαν αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών, οτιδήποτε κι αν την προκαλεί (περικοπές επιδομάτων, αύξηση των έμμεσων φόρων ή υποτίμηση). Έτσι, στη Ζάμπια ο διπλασιασμός της τιμής του αλευριού και του καλαμποκιού το Δεκέμβριο του 1984, εξαιτίας της περικοπής επιδομάτων, προκάλεσε κύμα ταραχών η καταστολή των οποίων καταμέτρησε 15 νεκρούς. Παρόμοια, όταν το 1988 η κυβέρνηση της Νιγηρίας αύξησε την τιμή του πετρελαίου, το οποίο αγόραζαν κυρίως τα φτωχά νοικοκυριά, είχαμε ταραχές με 6 νεκρούς διαδηλωτές. […]

Άλλα μέτρα όμως, όπως οι περικοπές των δημόσιων επενδύσεων, ή των λειτουργικών εξόδων (εκτός των μισθών), δεν προκαλούν σοβαρή αναταραχή. […] Οι περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις πλήττουν κυρίως τον τομέα της οικοδομής, που μαστίζεται τότε από πτωχεύσεις και απολύσεις.
Όμως αυτός ο τομέας αποτελείται κυρίως από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που δεν έχουν μεγάλο πολιτικό βάρος. […] Από την άλλη, οι περικοπές στα λειτουργικά έξοδα του κράτους πλήττουν τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά οι κυβερνήσεις μπορούν να πάρουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους αν κινηθούν ευέλικτα παρουσιάζοντας, με τη βοήθεια του Τύπου, αυτά τα μέτρα σαν μέτρα ισονομίας με το επιχείρημα, ότι εφόσον ζητούνται θυσίες από όλο το λαό, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν γίνεται ν’ αποτελούν εξαίρεση.
[…]

Το βέβαιο είναι ότι μια κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμα σταθερότητας ενάντια στη θέληση ολόκληρης της κοινής γνώμης. Ένα πρόγραμμα που θα έπληττε εξίσου όλες τις κοινωνικές ομάδες, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο να εφαρμοστεί από ένα πρόγραμμα που κάνει διακρίσεις σε βάρος κάποιων κοινωνικών ομάδων ευνοώντας ορισμένες άλλες. Πρέπει λοιπόν η αρμόδια κυβέρνηση να φροντίσει ώστε να πάρει με το μέρος της ένα μέρος του κόσμου, στην ανάγκη φορτώνοντας δυσανάλογα και με πολύ βαριά μέτρα ορισμένες κοινωνικές ομάδες. […]

Η απελευθέρωση των εισαγωγών και το άνοιγμα των επαγγελμάτων − ένα μέτρο στο οποίο επιμένει πάντοτε η Παγκόσμια Τράπεζα – προκαλεί αντίθετες αντιδράσεις, από τις οποίες η κυβέρνηση μπορεί να επωφεληθεί. […] Μπορεί για παράδειγμα να καταργήσει τους δασμούς σε πρώτες ύλες που αγοράζουν όλες οι επιχειρήσεις, ή σε βασικά προϊόντα που δύσκολα μπορούν να προμηθευτούν οι μικρές επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να δημιουργήσει γρήγορα συμμάχους, που θα στηρίξουν την πολιτική της απελευθέρωσης και του ανοίγματος. […]

Η κυβέρνηση που καλείται να εφαρμόσει αναδιαρθρωτικά προγάμματα, είναι υποχρεωμένη να πάρει αντιλαϊκά μέτρα. […] Καλώντας σε βοήθεια το ΔΝΤ, μπορεί να επωφεληθεί και σε πολιτικό επίπεδο γιατί θα μπορεί να απαντάει σε όσους αντιδρούν, ότι
τα μέτρα προβλέπονται από τη συμφωνία που επέβαλε το ΔΝΤ και είναι υποχρεωμένη να τα πάρει θέλοντας και μη
. […]

Καλό είναι τα μέτρα να λαμβάνονται πριν ξεσπάσει κρίση. Υπάρχουν όμως τρόποι αντιμετώπισης του πολιτικού κόστους ακόμη κι αν τα μέτρα λαμβάνονται αφού ξεσπάσει η κρίση. […]
Εάν η κυβέρνηση εκλεγεί λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, έχει μπροστά της μια μικρή χρονική περίοδο (4 με 6 μήνες) κατά την οποία η κοινή γνώμη εξακολουθεί να την στηρίζει και κατά την οποία μπορεί να ρίχνει την ευθύνη για τα αντιλαϊκά μέτρα στους προκατόχους της. Σε αυτό το διάστημα, οι συντεχνίες χάνουν προσωρινά τη δύναμή τους και τότε η κυβέρνηση πρέπει να σπεύσει να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον τους.
Έπειτα από αυτή την περίοδο χάριτος τα πράγματα δυσκολεύουν τρομερά. Η νέα κυβέρνηση θεωρείται ολοένα και περισσότερο μόνη υπεύθυνη για την κατάσταση κι έτσι αναγκάζεται ν’ αναλάβει αυτή το σύνολο του πολιτικού κόστους της αναδιάρθωσης. […]

Από την πρώτη λοιπόν στιγμή που θ’ ανέβει στην εξουσία,
πρέπει να σταματήσει την αισιόδοξη ρητορική και να επιμείνει, ακόμα και υπερβάλλοντας, για τη σοβαρότητα των οικονομικών ανισορροπιών,
να υπογραμμίζει τις ευθύνες των προκατόχων της και το ρόλο εξωγενών δυσμενών παραγόντων. […]

Από τους κινδύνους που θα παρουσιαστούν, αυτός των απεργιών είναι ο μικρότερος. Οι απεργίες κινητοποιούν κατά βάση τους μισθωτούς του μοντέρνου τομέα και όχι τις πιο φτωχές κοινωνικές τάξεις. Με τις κατάλληλες παραχωρήσεις, η κυβέρνηση μπορεί να τις τελειώσει.[…]
Παρολαυτά οι απεργίες μπορεί να ευνοήσουν το ξέσπασμα διαδηλώσεων. Ειδικά οι απεργίες των εκπαιδευτικών, αν και καθεαυτές δεν αποτελούν πρόβλημα για τις κυβερνήσεις, γίνονται έμμεσα επικίνδυνες επειδή απελευθερώνουν μια ανεξέλεγκτη μάζα μαθητικής και φοιτητικής νεολαίας, η οποία μπορεί να κατέβει σε διαδηλώσεις και σε αυτή την περίπτωση η καταστολή μπορεί εύκολα να έχει δραματικές συνέπειες.

[…] Οι περικοπές στο στενό και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ένα από τα κυριότερα μέτρα των προγραμμάτων σταθεροποίησης, δεν είναι τόσο επικίνδυνες πολιτικά όσο η άνοδος των τιμών στα είδη κατανάλωσης. Προκαλούν απεργίες μάλλον παρά διαδηλώσεις, πλήττουν περισσότερο τις μεσαίες τάξεις παρά τα φτωχότερα στρώματα και σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση μπορεί να αποτανθεί στον πραγματισμό των δημοσίων υπαλλήλων. Μπορεί για παράδειγμα να τους εξηγήσει, ότι εφόσον το ΔΝΤ επιβάλλει περικοπές κατά 20% στο δημόσιο, το μόνο που απομένει είναι είτε να μειωθούν οι μισθοί, είτε να γίνουν απολύσεις, και η ίδια προτιμάει να κάνει το πρώτο προς όφελος του συνόλου των υπαλλήλων. Η εμπειρία μας από τις περισσότερες αφρικανικές κυβερνήσεις δείχνει, πως αυτό το επιχείρημα εισακούγεται. […]

Μια από τις βασικές περικοπές αφορά στα λειτουργικά έξοδα των σχολείων και των πανεπιστημίων. Είναι πολύ προτιμότερη επιλογή από μια δραστική μείωση του αριθμού των μαθητών και των σπουδαστών. Οι οικογένειες θα αντιδράσουν βίαια στο ενδεχόμενο να αποκλειστούν τα παιδιά τους από την εκπαίδευση. Δεν θα αντιδράσουν όμως σε μια σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Έτσι σιγά-σιγά θα δεχτούν να πληρώνουν κάποιο ποσόν για να σπουδάζουν τα παιδιά, ή να περικοπεί κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα.
Αυτή η υποβάθμιση όμως πρέπει να γίνει βήμα προς βήμα, σε ένα σχολείο αρχικά και όχι στο γειτονικό σχολείο, ώστε να αποφευχθεί μια γενικευμένη αντίδραση του πληθυσμού. […]

Τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο πολιτικά από τη λήψη συνολικών μέτρων για την αντιμετώπιση ενός μακρο-οικονομικού προβλήματος. Αν λοιπόν θέλουμε να μειώσουμε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, πρέπει να τους μειώσουμε πρώτα σε έναν ορισμένο τομέα, να ψαλλιδίσουμε την ονομαστική αξία τους σε έναν άλλο κι ακόμα και ν’ αυξήσουμε τους μισθούς σε κάποιον τομέα που είναι κρίσιμος από πολιτική άποψη. Το ίδιο και με τα επιδόματα. Δεν τα κόβουμε όλα μαζί. Πρέπει να φροντίζουμε απεριόριστα τις λεπτομέρειες: αν π.χ. τα φτωχά νοικοκυριά καταναλώνουν μόνο τη ζάχαρη σε μορφή σκόνης, μπορούμε ν’ αυξήσουμε την τιμή της ζάχαρης σε κύβους. […]

Σημαντικό είναι το συμπέρασμα που λέει, ότι μια κυβέρνηση αποτυχαίνει για δυο λόγους: είτε επειδή εμπιστεύεται την υλοποίηση του προγράμματος σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αλλαγών σε τεχνοκράτες, που παραμελούν το πολιτικό κόστος∙ είτε επειδή την εμπιστεύεται αποκλειστικά στους αρμόδιους πολιτικούς, που ενδιαφέρονται για το στενό πολιτικό κόστος. […]

Για να έχει μια κυβέρνηση το περιθώριο ώστε να κάνει τους πολιτικούς ελιγμούς που απαιτεί ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, πρέπει να στηρίζεται από ένα ή δυο μεγάλα κόμματα και όχι από μια συμμαχία μικρών κομμάτων. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα κατάλληλο εκλογικό σύστημα, με πολλές μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες. Άλλα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας είναι αυτά που νομοθετηθούν προσωρινές ειδικές εξουσίες, ή
τον εκ των υστέρων έλεγχο από τη δικαστική εξουσία ώστε να μην μπορούν οι δικαστές να ελέγχουν εκ των προτέρων την εφαρμογή ενός προγράμματος. Το δημοψήφισμα είναι ένα αποτελεσματικό όπλο στα χέρια μιας κυβέρνησης όταν έχει αυτή την πρωτοβουλία των κινήσεων. Μπορεί να καταφεύγει σε δημοψήφισμα, ώστε να εγκριθεί ένα συγκεκριμένο μέτρο της και να θέσει εκτός μάχης μια συμμαχία αντιφρονούντων. Επιπλέον, όταν κάποια μέτρα προκαλέσουν ένα αυξανόμενο κύμα ταραχών και καταστολής, τότε η προκήρυξη δημοψηφίσματος μπορεί να ηρεμήσει το πολιτικό παιχνίδι και να βοηθήσει στην αποκατάσταση της τάξης αποφορτίζοντας την πίεση των διαδηλωτών.
[…]

Εξίσου βοηθάει το μοίρασμα των ρόλων μεταξύ των διεθνών οργανισμών − οι οποίοι αναλαμβάνουν το ρόλο να υπενθυμίζουν τις σκληρές υποχρεώσεις του προγράμματος αναδιάρθρωσης − και μιας σειράς χωρών, που θα παίζουν το ρόλο χορηγών και θα παρέχουν κάποια βοήθεια όταν ορισμένα πολύ σκληρά μέτρα γίνονται πολύ επικίνδυνα.[…]»


Λοιπόν, επειδή όπως φαίνεται μας χειρίζονται ως πιόνια, ένας είναι ο τρόπος που μπορούμε να προχωρήσουμε: να κάνουμε το ακριβώς αντίθετο που μας λένε οι πολιτικοί της Τρόϊκας Εσωτερικού και να πιστέψουμε ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που μας λένε τα δικά τους  ΜΜΕ.

Να αλλάξουμε οριστικά την πορεία που έχουν προδιαγράψει εσωτερικοί προδότες με τη βοήθεια Διεθνών Οργανισμών και Χωρών!


Υ.Γ. Ευχαριστώ τον Μπάμπη Ευστρατίου, Πρόεδρο του ΝΤ της ΑΔΕΔΥ Ξάνθης, που μου παραχώρησε το παρόν κείμενο